Διαβάστε: Γιώργος Τσαγκαράκης: Πλήθος καταγγελιών σε βάρος του γκαλερίστα – “Η εμπορία του Ευαγγελίου και έργων του Θεόφιλου είναι κακούργημα”
Υπόθεση Τσαγκαράκη: Τον υπερασπίστηκε ο συνήγορός του
Ο συνήγορος του Γιώργου Τσαγκαράκη, Κωνσταντίνος Γώγος, τόνισε πως ο επιχειρηματίας πήρε από τρίτο πρόσωπο το Ευαγγέλιο και μάλιστα φέρει «όλες τις πιστοποιήσεις και τις σχετικές βεβαιώσεις. «Το συγκεκριμένο έγγραφο παραλήφθηκε με όλες τις πιστοποιήσεις και τις σχετικές βεβαιώσεις. Δεν το παρέλαβε “στον αέρα”. Όλα αυτά θα αναλυθούν στην ανάκριση», τόνισε. Μάλιστα, σχολίασε την άσχημη ψυχολογική κατάσταση του πελάτη του. «Ένας άνθρωπος που δραστηριοποιείται επί δεκαετίες, από τη μία στιγμή στην άλλη βρίσκεται στη φυλακή και αναμένει να απολογηθεί. Οι ώρες είναι δύσκολες», σημείωσε. Ο δικηγόρος έθεσε ζήτημα για την πολιτιστική κληρονομιά σε συνάρτηση με την ελληνική νομοθεσία, διερωτώμενος για την ισχύ της αφ’ ης στιγμής το αντικείμενο δεν είναι ελληνικό.
Επιπλέον, τόνισε πως μόνο η πραγματογνωμοσύνη θα δείξει αν οι πίνακες είναι όντως πλαστοί, όπως ο γκαλερίστας κατηγορείται. «Σε αυτή τη φάση δεν υπάρχει καμία επίσημη πραγματογνωμοσύνη που να αποδεικνύει ότι τα έργα δεν είναι γνήσια. Αν υπάρξουν, να κατατεθούν ενώπιον του ανακριτή», σημείωσε. Όπως εξήγησε, μάλιστα, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της πλαστογραφίας απαιτείται και χρήση του πλαστού αντικειμένου. «Αν κάποιος κατασκευάσει ένα πλαστό χαρτονόμισμα αλλά δεν το χρησιμοποιήσει, δεν τελείται το αδίκημα. Αντίστοιχα, θα πρέπει να αποδειχθεί και χρήση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ο κ. Γώγος κάλεσε όσους έχουν αγοράσει έργα τέχνης να προχωρήσουν σε πραγματογνωμοσύνες και να προσκομίσουν τα αποτελέσματα στη Δικαιοσύνη.
Σε ό,τι αφορά τα περίπου 190.000 ευρώ που εντοπίστηκαν, ο συνήγορος υποστήριξε ότι πρόκειται για απολύτως δικαιολογημένο ποσό. «Ένας επιχειρηματίας με 30 χρόνια δραστηριότητας και τρία υποκαταστήματα μπορεί να διαθέτει τέτοια ποσά. Τα χρήματα αυτά προκύπτουν από τις φορολογικές δηλώσεις του», ανέφερε. Ο Τσαγκαράκης πρέπει να αντιμετωπίσει και τις δημόσιες κατηγορίες, πάντως, όπως εκείνη της Λόλας Νταϊφά, που ισχυρίστηκε ότι τον είδε να δημοπρατεί τα φερόμενα ως κλεμμένα κοσμήματά της.



