Η στυτική δυσλειτουργία ορίζεται ως η επίμονη αδυναμία του άνδρα να επιτύχει ή να διατηρήσει μια στύση που θα του επιτρέψει να έχει μια ικανοποιητική συνουσία). Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις από έγκυρους φορείς, αναμένεται ότι η στυτική δυσλειτουργία (ΣΔ )θα φτάσει να επηρεάζει 322 εκατομμύρια άνδρες μέχρι το 2025, σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι ευρέως γνωστό, ότι η ΣΔ εμφανίζεται συχνότερα στις μεγαλύτερες ηλικίες. Για παράδειγμα, η συχνότητα εμφάνισης μέτριας προς σοβαρής ΣΔ σε άνδρες κάτω των 50 φτάνει το 15%, ενώ στους άνδρες ηλικίας 70-79 το 34%. Επιπρόσθετα, η συχνότητα της ΣΔ έχει σχετιστεί με τη συχνότητα πολλών διαφορετικών ιατρικών καταστάσεων, όπως είναι το μεταβολικό σύνδρομο, τα συμπτώματα του κατωτέρου ουροποιητικού συστήματος, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, το σακχαρώδη διαβήτη και άλλες ενδοκρινικές διαταραχές, συμπεριλαμβανόμενου και του υπογοναδισμού.

Η στοχοκατευθυνόμενη θεραπεία είναι βασική για την κατάλληλη διαχείριση της ΣΔ. Αυτό προϋποθέτει τη συμμετοχή του ασθενούς όσο και της συντρόφου στη διαδικασία της λήψης των κλινικών αποφάσεων. Για την οργανική ΣΔ, οι τρόποι αντιμετώπισης ξεκινούν από τους αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDESis), συνεχίζουν με ενδοσηραγώδεις ή ενδοουρηθρικές θεραπείες με προσταγλανδίνες και φτάνουν μέχρι και τις χειρουργικές επεμβάσεις. Η θεραπεία υποκατάστασης με ανδρογόνα (ART) είναι μια άλλη θεραπευτική εναλλακτική που συστήνεται στους ασθενείς με ΣΔ που έχουν επιβεβαιωμένα χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης.

Παράλληλα, έχει βρεθεί ότι η ΣΔ επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής και τη σεξουαλική ικανοποίηση τόσο των ασθενών όσο και των συντρόφων, καθώς και ότι οι ιατρικές και χειρουργικές παρεμβάσεις βελτιώνουν τις παραπάνω παραμέτρους. Παρά τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία που τεκμηριώνουν τα οφέλη της ιατρικής θεραπείας υπάρχουν πολλά εμπόδια στην αντιμετώπιση της ΣΔ. Τα εμπόδια αυτά περιλαμβάνουν το κόστος, τη σοβαρότητα της ΣΔ, τη σοβαρότητα της συνυπάρχουσας νοσηρότητας, καθώς και τις προτιμήσεις των ασθενών, των συντρόφων και των ιατρών.

Μέχρι σήμερα η περισσότερη έρευνα που έχει διεξαχθεί στη θεραπεία της ΣΔ περιλαμβάνει μελέτες που χρησιμοποίησαν κατά κύριο λόγο μικρά δείγματα ή ομάδες ειδικών νοσημάτων. Οι μελέτες αυτές έχουν δείξει ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό των ανδρών με ΣΔ από 11.6% έως 34.4% υποβάλλονται σε θεραπεία. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξεταστεί εάν οι θεραπευτικές εναλλακτικές, η συχνότητα των θεραπειών, οι σχετιζόμενες καταστάσεις συνυπάρχουσας νοσηρότητας, καθώς και η ειδικότητα του επαγγελματία υγείας που παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες, επηρεάζουν τη συχνότητα της συνταγογράφησης σε ένα μεγάλο πληθυσμό ανδρών με διάγνωση ΣΔ.

Μια πρόσφατη μελέτη λοιπόν που διεξήχθη στις ΗΠΑ είχε σκοπό να διερευνήσει τη θεραπεία της ΣΔ σε ένα μεγάλο δείγμα ανδρών.Στη μελέτη συμμετείχαν ασθενείς ηλικίας >=30 , στα ασφαλιστικά αρχεία των οποίων εντοπίστηκε η διάγνωση της ΣΔ μέσα σε μια χρονική διάρκεια 12 μηνών, η οποία έληξε τον Ιούνιο του 2011. Θεωρήθηκε ότι έλαβαν θεραπεία οι άνδρες στα αρχεία των οποίων βρέθηκε, κατά τη διάρκεια της μελέτης, ιατρική συνταγή για αναστολέα της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5, για ενέσιμη θεραπεία με ενδοσηραγγώδη ή διουρηθρική χορήγηση προσταγλανδινών ή θεραπεία υποκατάστασης με ανδρογόνα. Οι ασθενείς που διαγνώστηκαν χωρίς να συνταγογραφηθεί κάποια από τις παραπάνω θεραπείες θεωρήθηκε ότι δεν έλαβαν θεραπεία. Η στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκε για τη σύγκριση της συχνότητα συνταγογράφησης με κάποια κλινικά χαρακτηριστικά συμπεριλαμβανομένων της ηλικίας και της συνυπάρχουσας νοσηρότητας.

Οι μετρήσεις των ερευνητών είχαν στόχο να αξιολογήσουν τα ποσοστά θεραπείας της στυτικής δυσλειτουργίας , τα είδη θεραπείας που χρησιμοποιήθηκαν , τα δημογραφικά στοιχεία των ασθενών , τις σχετιζόμενες καταστάσεις συνυπάρχουσας νοσηρότητας του πληθυσμού αυτού και τις λεπτομέρειες των ιατρικών συνταγών.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μόνο το 25.4%των 6.228.509 ανδρών με ΣΔ έλαβε θεραπεία κατά τη διάρκεια της μελέτης. Οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE5is) ήταν η πιο συχνά συνταγογραφούμενη θεραπεία (75.2%) , η θεραπεία υποκατάστασης με ανδρογόνα (ART) χρησιμοποιήθηκε μόνη της ή σε συνδυαστική θεραπεία στο 30.6%των ανδρών και ήταν σημαντικά πιο συχνή η χρήση της στους άνδρες από 45 έως 65 ετών (P<0.0001). Αν και η συχνότητα της ΣΔ βρέθηκε να σχετίζεται με την αυξημένη ηλικία, καθώς και με τη συνυπάρχουσα νοσηρότητα, οι άνδρες άνω των 60 ήταν σημαντικά λιγότερο πιθανό να λάβουν θεραπεία σε σύγκριση με τους άνδρες ηλικίας 40-59 (P<0.0001). Η συνυπάρχουσα νοσηρότητα δε βρέθηκε να επηρεάζει τα ποσοστά θεραπείας της ΣΔ. Βρέθηκε όμως πως οι άνδρες με ΣΔ που έπασχαν επίσης από υπογοναδισμό, διαταραχές του ύπνου, καλοήθη υπερπλασία του προστάτη ή παρουσίαζαν παράγοντες του μεταβολικού συνδρόμου, ήταν πιο πιθανό να λάβουν θεραπεία για τη ΣΔ, σε σύγκριση με τους άνδρες που είχαν καρκίνο του προστάτη.

Παρά την υψηλότερη συχνότητα της ΣΔ, λοιπόν, με την αύξηση της ηλικίας και της συνυπάρχουσας νοσηρότητας, οι περισσότεροι άνδρες εξακολουθούν να μη λαμβάνουν θεραπεία. Αν και τα οφέλη της ιατρικής παρέμβασης στη ΣΔ είναι πλέον γνωστά και αναγνωρισμένα, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά εμπόδια στη θεραπευτική αντιμετώπιση της, στα οποία, μεταξύ άλλων, βρέθηκε από τους ερευνητές ότι περιλαμβάνονται οι γνώσεις και οι προτιμήσεις των ιατρών, των ασθενών, αλλά και των συντρόφων.

Στη μελέτη υπήρχαν σημαντικοί περιορισμοί, με πρώτο το γεγονός ότι η συλλογή των δεδομένων έγινε από τη IMS Health, και εταιρεία που παρέχει πληροφορίες, υπηρεσίες και τεχνολογική υποστήριξη για τη βιομηχανία των υπηρεσιών υγείας, ενώ παράλληλα είναι ο μεγαλύτερος πωλητής δεδομένων συνταγογράφησης των αμερικανών ιατρών. Με τον τρόπο αυτό αποκλείστηκε ένα μεγάλο αριθμό ασθενών , όπως για παράδειγμα, τους ασθενείς που δεν ήταν ασφαλισμένοι. Επιπρόσθετα η καταγραφή της διάγνωσης και της θεραπείας έγινε με τη χρήση των κωδικών του ICD-9, με αποτέλεσμα να μη γίνεται αναφορά στην αιτιολογία της ΣΔ. Η αιτιολογία της ΣΔ όμως σε κάθε ασθενή, εάν για παράδειγμα είναι παθοφυσιολογικής ή ιατρογενόυς φύσης, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ανταπόκριση του σε δεδομένη θεραπεία. Οι ερευνητές, επίσης, δεν ήταν δυνατό να εντοπίσουν τους ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε χειρουργείο στην περιοχή της πυέλου, καθώς δεν υπάρχει συγκεκριμένος κωδικός για αυτό. Επιπλέον η εν λόγω κωδικοποίηση δε λαμβάνει υπόψη τις προηγούμενες θεραπευτικές απόπειρες ή την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Με βάση λοιπόν τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν, δεν ήταν σαφές το εάν οι ασθενείς είχαν υποβληθεί σε επιπρόσθετες θεραπείες για τη ΣΔ, ενώ παράλληλα δεν ήταν ξεκάθαρες η αποτελεσματικότητα και η διάρκεια της κάθε θεραπευτικής προσέγγισης, καθώς και η πορεία της νόσου. Επίσης, οι ερευνητές δεν μπορούσαν να γνωρίζουν σε ποιους ασθενείς χορηγήθηκε η συνταγή αλλά εκείνοι, για διάφορους λόγους, δεν την εκτέλεσαν, καθώς επίσης δεν είχαν γνώση του ποιοι ασθενείς έλαβαν τη διάγνωση μέσα στο χρονικό πλαίσιο της μελέτης , αλλά τη θεραπεία έξω από αυτό. Ένας επιπλέον πιθανός περιορισμός της μελέτης είναι ότι δεν περιλαμβάνει τη ψυχογενή ΣΔ και τη θεραπεία της ,κυρίως γιατί οι κωδικοί του ICD-9 αναφέρονται στην οργανική ΣΔ.

Η παρούσα μελέτη δείχνει, ωστόσο, ότι σε ένα μεγάλο πληθυσμό ανδρών που φέρουν τη διάγνωση της ΣΔ μέσα σε μια χρονική περίοδο διάρκειας ενός έτους, η πλειοψηφία παρέμεινε χωρίς να λάβει θεραπεία ανεξάρτητα από την ηλικία των ασθενών και τη συνυπάρχουσα νοσηρότητα. Η πιο συχνή ιατρική παρέμβαση για τη ΣΔ βρέθηκε να είναι η χρήση των PDE5is, ενώ ακολουθούν η θεραπεία υποκατάστασης της τεστοστερόνης και οι ενέσιμες ενδοσηραγγώδεις και διουρηθρικές θεραπείες. Είναι απαραίτητη η περεταίρω διερεύνηση των λόγων της υποθεραπείας της ΣΔ, καθώς και του ιστορικού και της αποτελεσματικότητας της θεραπείας σε κάθε περίπτωση.

Τέλος, τα νέα αυτά δεδομένα αυτά αναδεικνύουν το επιπρόσθετο όφελος που μπορεί να επιφέρει η αύξηση της εκπαίδευσης των ιατρών αλλά και των ασθενών αναφορικά με τις διαθέσιμες θεραπείες για τη ΣΔ και την αποτελεσματικότητά τους.

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Κ.Κωνσταντινίδης, Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος, Πρόεδρος του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, www.andrologia.gr

ΠΗΓΗ