Πρώτη καταχώρηση: Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020, 20:45

Οι άνδρες με αγγειογενή στυτική δυσλειτουργία  έχουν υψηλότερα επίπεδα C αντιδρώσας πρωτεΐνης ορού( hs-CRP) σε σύγκριση με άνδρες που δεν έχουν αγγειογενή στυτική δυσλειτουργία (ΣΔ). Η διαφορά αυτή μπορεί μάλιστα, σύμφωνα με τους ερευνητές, να επηρεάσει την ανταπόκριση στη θεραπεία με τανταλαφίλη. Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο  Journal of Sexual Medicine. 

Ωστόσο η προγνωστική ακρίβεια της hs-CRP ως προς την ανταπόκριση στη τανταλαφίλη δεν είναι ανεξάρτητη από παράγοντες κινδύνου και μηχανισμούς που σχετίζονται με την εμφάνιση ΣΔ.

Ο όρος αγγειογενής αναφέρεται στα αιμοφόρα αγγεία. Η αγγειογενής ΣΔ λοιπόν εμφανίζεται όταν η καλή ροή του αίματος προς το πέος εμποδίζεται. Η ροή του αίματος είναι σημαντική για μια στύση με σκληρότητα ικανοποιητική για συνουσία. 

Η «αγγειογενής» ΣΔ μπορεί να συμβεί εξαιτίας ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας, καταστροφής δηλαδή του ενδοθηλίου, του ιστού που περιβάλει τα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων. Η φλεγμονή σχετίζεται με τη δυσλειτουργία του ενδοθηλίου την αθηροσκλήρυνση και σε γενικές γραμμές την κακή καρδιοαγγειακή υγεία. 

Οι ειδικοί συνήθως μετρούν την hs-CRP  για να εξετάσουν τα επίπεδα φλεγμονής στο σώμα. Τα υψηλά επίπεδα συνήθως θεωρούνται ισχυρός προγνωστικός παράγοντας καρδιαγγειακών προβλημάτων.

Εξαιτίας των συνδέσεων μεταξύ της ΣΔ και των καρδιαγγειακών νοσημάτων οι επιστήμονες διερευνούν το κατά πόσο η hs-CRP θα μπορούσε να βοηθήσει στη διάγνωση και την πρόβλεψη της ΣΔ ιδιαίτερα από τη στιγμή που έχει βρεθεί ότι οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 PDE5 μειώνουν τα επίπεδα της hs-CRP και κατ’ επέκταση της φλεγμονής.

Στην παρούσα μελέτη οι επιστήμονες εξέτασαν τη σχέση ανάμεσα στα επίπεδα της hs-CRP level, στη ΣΔ και στην ανταπόκριση στη τανταλαφίλη, έναν αναστολέα της PDE5.

Στη μελέτη συμμετείχαν 282 άνδρες με μέση ηλικία τα 37 έτη, οι οποίοι είχαν ΣΔ για τουλάχιστον 6 μήνες. Κανείς από τους άνδρες δεν είχε λάβει φαρμακευτική αγωγή για τη ΣΔ στο παρελθόν, ούτε είχε εμφανίσει κάποια οξεία φλεγμονή η οποία θα μπορούσε να ανεβάσει τα επίπεδα της hs-CRP.

Κάθε συμμετέχων συμπλήρωσε ένα εξειδικευμένο ερωτηματολόγιο για τη στυτική λειτουργία, τον Διεθνή Δείκτη για τη Στυτική Λειτουργία, ενώ παράλληλα υποβλήθηκε σε Doppler πέους ώστε να αξιολογηθεί η ροή του αίματος στο όργανο. Τέλος μετρήθηκαν τα επίπεδα της  hs-CRP στον ορό του αίματος όλων των συμμετεχόντων. 

Οι άνδρες χωρίστηκαν σε δύο γκρουπ ανάλογα με το εάν η ΣΔ του ήταν αγγειογενής ή όχι. Στην αρχή της μελέτης οι άνδρες με αγγειογενή ΣΔ ήταν μεγαλύτεροι σε ηλικία και πιο πιθανό να έχουν υπέρταση, διαβήτη, στεφανιαία νόσο και υποθυρεοειδισμό.

Παράλληλα είχαν υψηλότερα επίπεδα hs-CRP σε σύγκριση με τους άνδρες χωρίς αγγειογενή ΣΔ. Επιπρόσθετα οι άνδρες στην ομάδα της αγγειογενούς ΣΔ υπέφεραν από ΣΔ για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και ήταν λιγότερο πιθανό να έχουν ψυχολογικά προβλήματα.  

Για έξι εβδομάδες οι άνδρες έλαβαν 10 mg τανταλαφίλης μια φορά την ημέρα. Στη συνέχεια έγινε επανεξέταση κατά την οποία λήφθηκαν δεδομένα από το 78% των ανδρών. Από αυτούς σχεδόν το 61%  ανταποκρίθηκε στη θεραπεία, το οποίο σημαίνει ότι σημειώθηκε βελτίωση σε σχέση με τις αρχικές βαθμολογίες στο εργαλείο αξιολόγησης της στυτικής λειτουργίας. Επίσης σχεδόν το 92% δέχτηκε καλά στη θεραπεία. Αναφερόμενοι λόγοι μη συμμόρφωσης σε αυτή ήταν παρενέργειες όπως κεφαλαλγίες και πόνος στη μέση. 

Αυτοί που ανταποκρίθηκαν καλά στη θεραπεία με τανταλαφίλη ήταν κατά κύριο λόγο νεότεροι, με λιγότερους παράγοντες καρδιαγγειακού κίνδυνου, ενώ ήταν πιο πιθανό να ανήκουν στην ομάδα της μη αγγειογενούς ΣΔ. 

Οι άνδρες που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία είχαν χαμηλότερα επίπεδα hs-CRP. Τόσο οι άνδρες που ανταποκρίθηκαν στην τανταλαφίλη όσο και αυτοί που δεν ανταποκρίθηκαν είχαν χαμηλότερα επίπεδα hs-CRP κατά την έξοδο τους από τη μελέτη, αλλά η διάφορα ήταν μεγαλύτερη σε όσους ανταποκρίθηκαν. Επίσης οι άνδρες με μη αγγειογενή ΣΔ παρουσίασαν μεγαλύτερη μείωση των επίπεδων της hs-CRP σε σύγκριση με αυτούς που είχαν αγγειογενή ΣΔ.

Συμπερασματικά, τα επίπεδα της hs-CRP ορού βρέθηκαν να είναι υψηλότερα σε άνδρες με αγγειογενή ΣΔ σε σύγκριση με άνδρες με μη αγγειογενή ΣΔ και να σχετίζονται με πιο περιορισμένη ανταπόκριση στη θεραπεία με τανταλαφίλη.  Ωστόσο, όπως τονίζουν οι ερευνητές,  η συσχέτιση δεν είναι ανεξάρτητη από τους παράγοντες κίνδυνου και τους μηχανισμούς εμφάνισης της στυτικής δυσλειτουργίας.

Πηγή: andrologia.gr 

 

ΠΗΓΗ