Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της θεραπείας με τεστοστερόνη στις γυναίκες δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Υπάρχουν ανησυχίες ότι η εν λόγω θεραπεία μπορεί να συνδέεται με την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου του μαστού και του ενδομητρίου. Επίσης, κάποιες παρενέργειες της αγωγής, όπως είναι η μεγέθυνση της κλειτορίδας, μπορεί να είναι μόνιμες.

Σε πολλές χώρες, όπως είναι οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία, η θεραπεία τεστοστερόνης για γυναίκες δεν έχει εγκριθεί. Ωστόσο, πολλοί είναι οι ιατροί που τη συνταγογραφούν χωρίς επίσημη ένδειξη.

Τον Σεπτέμβριο του 2012 μια καναδική μελέτη βρήκε ότι η βραχυχρόνια θεραπεία με τεστοστερόνη είναι ασφαλής για τις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση που έχουν διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας. Οι γυναίκες αυτές έχουν μειωμένη σεξουαλική ορμή σε βαθμό που τους προκαλεί δυσφορία. Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι ο ασφαλέστερος τρόπος για να λάβει μια γυναίκα θεραπεία με τεστοστερόνη είναι διαδερμικά, μέσω ενός επιθέματος που τοποθετείται στο δέρμα.

Κάποιοι ειδικοί συμβουλεύουν τους ασθενείς που λαμβάνουν τεστοστερόνη να μετρούν συχνά τα επίπεδά της, κάνοντας συχνές εξετάσεις αίματος, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι τα ποσοστά τεστοστερόνης στον οργανισμό τους δεν είναι πολύ υψηλά, ιδιαίτερα όταν οι δόσεις της ορμόνης που λαμβάνουν είναι μεγάλες. Τον Οκτώβριο του 2014 μια ομάδα ειδικών που εκπροσωπούσαν πέντε ιατρικές εταιρείες προχώρησε στην έκδοση νέων κατευθυντήριων οδηγιών που δεν συνιστούσαν τη χορήγηση τεστοστερόνης σε υγιείς γυναίκες. Στις ιατρικές εταιρείες που ανέλαβαν την παραπάνω δράση συμπεριλαμβάνονταν η Εταιρεία Ενδοκρινολογίας, το Αμερικανικό Συνέδριο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων, η Αμερικανική Εταιρεία Αναπαραγωγικής ιατρικής, η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ενδοκρινολογίας και η Διεθνής Εταιρεία Εμμηνόπαυσης.

Μετά την ανασκόπηση της δημοσιευμένης έρευνας, οι ειδικοί θεώρησαν ότι δεν υπήρχαν επαρκή δεδομένα που να δείχνουν ότι τα οφέλη της θεραπείας ήταν περισσότερα από τους κινδύνους. Επιπρόσθετα, τα δεδομένα δεν έδειξαν σχέση ανάμεσα στα χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης και την εμφάνιση συγκεκριμένων σημείων ή συμπτωμάτων.

Τέλος, οι ειδικοί παρατήρησαν ότι η θεραπεία με τεστοστερόνη διάρκειας 3-6 μηνών μπορεί να βοηθήσει γυναίκες με υποτονική σεξουαλική επιθυμία, αλλά είναι απαραίτητος ο τακτικός και προσεκτικός έλεγχος.

Χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο, η τεστοστερόνη δεν θα έπρεπε, σύμφωνα με την άποψη των ερευνητών, να χορηγείται σε καμία γυναίκα, καθώς ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο εάν η μακροχρόνια χρήση τεστοστερόνης επηρεάζει την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού ή καρδιαγγειακού νοσήματος. Επίσης, οι γυναίκες που λαμβάνουν τεστοστερόνη μπορεί να έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν κι άλλα προβλήματα, όπως είναι τα υψηλά επίπεδα χοληστερόλης και η ακμή.

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Κ. Κωνσταντινίδης, Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος, Πρόεδρος του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, www.andrologia.gr

ΠΗΓΗ